γνωμοτύπος

γνωμο-τύπος [ῠ], ον, ([etym.] τύπτω)
A maxim-coining, sententious, Id.Ra.877, Nu.952 (lyr.);

γ. μάλιστα οἱ ἀγροῖκοι Arist.Rh.1395a7

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γνωμοτύπος — γνωμοτύπος, ον (Α) συνθέτης γνωμικών …   Dictionary of Greek

  • γνωμοτύποι — γνωμοτύπος maxim coining masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμοτύποις — γνωμοτύπος maxim coining masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμοτύποισι — γνωμοτύπος maxim coining masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμοτύπου — γνωμοτύπος maxim coining masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμοτύπων — γνωμοτύπος maxim coining masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμοτυπώ — γνωμοτυπῶ ( έω) (Α) [γνωμοτύπος] συνθέτω γνωμικά …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.